δακρύρροια

δακρύ-ρροια, ,
A shedding of tears, Ps.-Callisth.3.3, Sch.E.Or.788.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δακρυρροίᾳ — δακρυρροίᾱͅ , δακρύρροια shedding of tears fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακρύρροια — και δακρυόρροια, η (AM δακρύρροια) [δακρύρροος] η ροή δακρύων από τα μάτια, το κλάμα νεοελλ. παθολογική, άφθονη ή ακατάσχετη εκροή δακρύων …   Dictionary of Greek

  • δάκρυμα — το (Α δάκρυμα) [δακρύω] νεοελλ. 1. το δακρυλόγημα («τού πεύκου τα δακρύματα») 2. η δακρύρροια, παθολογική κατάσταση τών ματιών που χαρακτηρίζεται από συνεχή ροή δακρύων αρχ. 1. αυτό για το οποίο κλαίει κάποιος 2. το δάκρυ …   Dictionary of Greek

  • δακρυρροή — δακρυρροή, η (Α) η δακρύρροια …   Dictionary of Greek

  • δακρυόπτωση — η η δακρύρροια …   Dictionary of Greek

  • δακρυόρροια — η βλ. δακρύρροια …   Dictionary of Greek

  • επιφορά — η (AM ἐπιφορά) [επιφέρω] νεοελλ. (λογ.) συμπέρασμα συλλογισμού μσν. (για όρκο) επιβολή αρχ. 1. προσθήκη στον μισθό κάποιου, επίδομα («τῶν δέ τριηράρχων ἐπιφοράς τε πρὸς τῷ ἐκ δημοσίου μισθῷ διδόντων τοῑς θρανίταις τῶν ναυτῶν», Θουκ.) 2. μεταφορά… …   Dictionary of Greek

  • ιλαρά — Οξεία, λοιμώδης, ιογενής ασθένεια, η οποία συχνά εμφανίζεται ως επιδημία σε μη εμβολιασμένους πληθυσμούς και προσβάλλει κυρίως τα παιδιά. Μεταδίδεται εύκολα με άμεση αλλά και έμμεση επαφή. Μετά από επώαση 10 12 ημερών, η ι. εισβάλλει με… …   Dictionary of Greek

  • οφθαλμία — η (Α ὀφθαλμία, ιων. τ. όφθαλμίη) [οφθαλμός] νεοελλ. γενική ονομασία τών φλεγμονωδών παθήσεων τού οφθαλμού και τών οργάνων του («οφθαλμία τών χιόνων» έντονη επιπεφυκίτιδα με πόνο τού ματιού, δακρύρροια, φωτοφοβία και, μερικές φορές, ελαφρά… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.